Ο ελέφαντας κι η πεταλούδα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ελέφαντας που όλη μέρα καθόταν και δεν έκανε τίποτα. Ζούσε μόνος του σ’ ένα σπιτάκι πέρα ψηλά στην κορφή ενός στριφογυριστού δρόμου. Από το σπίτι του ελέφαντα, ο στριφογυριστός δρόμος κατέβαινε, όλο κατέβαινε γεμάτος στροφές κι έφτανε σε μία πράσινη κοιλάδα, όπου ήταν ένα άλλο σπιτάκι. Στο σπιτάκι εκείνο ζούσε μία πεταλούδα. Μια μέρα, εκεί που ο ελέφαντας καθόταν στο σπιτάκι του πλάι

Το νησί των συναισθημάτων

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να

Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι !

Ένα ποντικάκι κάποτε παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. «Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο;», αναρωτήθηκε. Όταν, όμως, οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, διαπιστώνοντας πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα! Τρέχει γρήγορα, λοιπόν, στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο: «Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!»

Η πραγματική αξία του δαχτυλιδιού.

Ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού: “Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;” Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε: “Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί

Το παιδί και τα καρφιά.

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παιδί που θύμωνε με το παραμικρό και είχε πολύ κακούς τρόπους. Ο πατέρας του του έδωσε ένα σακούλι με καρφιά και του είπε ότι, κάθε φορά που θα φέρεται άσχημα, θα πρέπει να καρφώνει ένα καρφί στο φράχτη. Την πρώτη μέρα το παιδί κάρφωσε δεκαέξι καρφιά. Όμως, καθώς περνούσαν οι εβδομάδες, όλο και κατάφερνε να χαλιναγωγεί τη συμπεριφορά του και τα καρφιά ολοένα λιγόστευαν.

Το δέντρο που έδινε.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά η οποία αγαπούσε πολύ ένα αγοράκι. Και κάθε μέρα το αγόρι ερχόταν μάζευε τα φύλλα του, και έφτιαχνε στέμματα παριστάνοντας τον βασιλιά του δάσους. Σκαρφάλωνε στον κορμό του και στα κλαδιά του, τρώγοντας τους καρπούς του. Και έπαιζαν κρυφτό. Κι όταν κουραζόταν το αγόρι πλάγιαζε στη σκιά του δέντρου. Και το αγόρι αγαπούσε την μηλιά πάρα πολύ. Και η μηλιά ήταν ευτυχισμένο.

Το ραγισμένο δοχείο

Μια γριά κινέζα κουβαλούσε νερό με δυο μεγάλα δοχεία, κρεμασμένα στους ώμους της. Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα όλη την ποσότητα νερού. Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της διαδρομής από το ρυάκι στο σπίτι έφθανε μισοάδειο.Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια η γρια κουβαλούσε καθημερινά μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι. Το τέλειο δοχείο ένοιωθε περήφανο ενώ το ραγισμένο δυστυχισμένο και ντροπή για την ατέλειά